Περιοδεύων, -ουσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Περιοδεύων, -ουσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

περιοδεύων θίασος, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι/πωλητές, το περιοδεύον (ως ουσ., στρατ.)