Προκεχωρημένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 4.5304 ‰]

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Προκεχωρημένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 4.5304 ‰]

προκεχωρημένο φυλάκιο (στρατ.)