Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Αλλότριος, -α, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

εξ ιδίων τα αλλότρια (απαρχ. έκφρ.)

Άλλως

ούτως ή άλλως (έκφρ.), άλλως πως

Άλμα

άλμα εις ύψος, άλμα εις μήκος, άλμα επί κοντώ

Άλως
η άλως μεταμορφώσεως/επαφής (ορυκτ.), μεγάλη άλως (μετεωρ.), η άλως της θηλής του μαστού (ανατ.), γεροντική άλως (ιατρ.)
Αμαύρωση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

αμαύρωση οφθαλμού (ιατρ.), αμαύρωση μετάλλου (χημ.), αμαύρωση χείλους (αστρον.)

Αμαχητί

παραδόθηκε αμαχητί

Αμβλύς, -εία, -ύ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

αμβλεία γωνία

Αμελητέος, -α, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0057 ‰]

αμελητέα ποσότητα, αμελλητί

Αμνός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0014 ‰]

ο αμνός του Θεού (εκκλ.)

Άμοιρος-η-ο

άμοιρος ευθυνών

Ανά [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1249 ‰]

ανά πάσα(ν) στιγμή(ν) (έκφρ.), ανά τας ρύμας (/οδούς) και τας αγυιάς (εκφρ.), ανά την υφήλιο(ν) (εκφρ.), ανά τους αιώνας (/αιώνες) (εκφρ.), ανά χείρας (εκφρ.), ανά κράτος

Ανακύκληση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

η ανακύκληση των ετών (φιλοσ.)

Ανάνηψη [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0005 ‰]

αίθουσα ανανήψεως (ιατρ.)

Αναρτήρας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

ο αναρτήρας του σπέρματος (βοτ.), ο αναρτήρας του οσχέου (ανατ.)

Ανάταση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0034 ‰]

δι’ ανατάσεως της χειρός (έκφρ.)

Άνδρας

ενός ανδρός αρχή, δις εξαμαρτείν ταυτόν ου σοφού ανδρός, το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού

Ανέκαθεν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0103 ‰]

γνώριζε ανέκαθεν

Ανέστη [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

Xριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη

Ανέστιος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

ανέστιος και πένης (έκφρ.)

Άνευ

άνευ αδείας (εκφρ.), άνευ αποδοχών (εκφρ.), άνευ αποχρώντος λόγου (εκφρ.), άνευ διδασκάλου (εκφρ.), άνευ λόγου (και αιτίας) (εκφρ.), άνευ όρων (εκφρ.), άνευ ουσίας (και αντικειμένου) (εκφρ.), άνευ προηγουμένου (εκφρ.), άνευ φόβου και πάθους (εκφρ.)