Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Κόσμιος, -ία, -ιον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0012 ‰]

διαγωγή αρίστην(/κοσμιωτάτην/κοσμία)

Κράτιστος-η-ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

τω κρατίστω

Κράτος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.6672 ‰]

κράτος εν κράτει (έκφρ.), υπό το κράτος (έκφρ.), κατά κράτος

Κριός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0012 ‰]

πολιορκητικός κριός (ιστ.), υδραυλικός κριός (μηχανολ.), γεννήθηκε στον Kριό (αστρολ.)

Κρούω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

κρούω τας θύρας, κρούω τον κώδωνα του κινδύνου

Κρύφιος, -α, -ο
άδηλον και κρύφιον (λόγ. έκφρ.)
Κτίση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

από κτίσεως(/καταβολής) κόσμου

Κύριος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 1.3876 ‰]

κάποιος είναι κύριος της καταστάσεως (έκφρ.), Kύριος οίδε (έκφρ.), Kύριε των δυνάμεων, μνήσθητί μου, Κύριε, Mέγας είσαι, Κύριε, Kύριε ελέησον, Θεέ και Kύριε, γίνεται χαλασμός Kυρίου, (δε) βλέπω Kυρίου πρόσωπο (φρ.), απεδήμησε(ν) εις Kύριο(ν), όποιος πρόλαβε τον Kύριο είδε (φρ.), το πολύ το Kύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς/ο Θεός (φρ.)

Κυτίο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0001 ‰]

κυτίο παραπόνων

Κύων [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0003 ‰]

τα άγια τοις κυσί (φρ.)

Κώδωνας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0046 ‰]

κρούω τον κώδωνα του κινδύνου (φρ.)

Κώνωπας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0003 ‰]

διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) (απαρχ. φρ.)

Λάκτισμα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

εναρκτήριο λάκτισμα (έκφρ.)

Λαλάω, -ώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0011 ‰]

είπα και λάλησα

Λαμβάνω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.4112 ‰]

δούναι και λαβείν

Λατινιστί [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0001 ‰]

γραμμένη λατινιστί

Λελογισμένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0014 ‰]

λελογισμένη χρήση

Λέμβος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰]

δίκωπη/τετράκωπη/σωσίβια/ναυαγοσωστική λέμβος

Λεόντειος, -α/-ος, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

λεόντεια εταιρεία (έκφρ.), λεόντειο προσωπείο

Λέω/Λέγω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 3.1699 ‰]

άγγελος κακών επών, ως ειπείν, φερ' ειπείν, τάδε έφη, ούτως ειπείν, αισχρόν εστί και λέγειν, ακριβώς ειπείν, αληθώς ειπείν, απλώς ειπείν, από στόματος λέγω, γλώσσα λανθάνουσα ταληθή λέγει, ειρήσθω εν παρόδω