Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Λέων ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0083 ‰]

η πύλη των λεόντων, (κρίνω) εξ όνυχος τον λέοντα (φρ.), η μερίδα του λέοντος, ο άντρας μου (είναι) λέων

Λήξας, -ασα, -αν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0016 ‰]

το επεισόδιο (θεωρείται) λήξαν

Λίαν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0045 ‰]

λίαν καλώς, λίαν επιεικώς, λίαν συντόμως

Λίθος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0112 ‰]

λυδία λίθος (έκφρ.), φιλοσοφική λίθος, δεν έμεινε λίθος επί λίθου (έκφρ.), κινώ πάντα λίθον (φρ.), λίθοι των νεφρών/της χολής, θεμέλιος λίθος (έκφρ.), ακρογωνιαίος λίθος, εποχή του λίθου, λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι (φρ.)

Λιμνάζων, -ουσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.001 ‰]

τα λιμνάζοντα ύδατα, τα λιμνάζοντα νερά

Λιμός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0017 ‰]

σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί (φρ.)

Λοιπός, -ή, -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.5716 ‰]

και λοιποί

Λουκούλλειος-α-ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0001 ‰]

λουκούλλειον γεύμα

Λυμεώνας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0001 ‰]

λυμεώνες της πατρίδας

Λύω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0066 ‰]

λύεται η συνεδρίαση, η σύμβαση λύεται, λύεται η συνέχεια του δέρματος, τους ζυγούς λύσατε

Μαθητιώσα
μαθητιώσα νεολαία
Μαίνομαι [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0048 ‰]

μαινόμενος ταύρος, μαίνεται η τρικυμία/η θύελλα/η πυρκαγιά

Μακρός, -ά, ό
μακρό φωνήεν, φύσει/θέσει μακρά συλλαβή, μακράς διαρκείας, από μακρού (έκφρ.), επί μακρόν, διά μακρών, μακρά κύματα (φυσ.),
Μάρτυς

(είναι) μάρτυς μου ο Θεός, αυτόπτης μάρτυς

Μάτην [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0015 ‰]

εις μάτην (έκφρ.)

Μέγας, μεγάλη, μέγα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0845 ‰]

Mέγα Σπήλαιο, Mέγας Ειρηνικός Ωκεανός, Mέγας Aλέξανδρος, Mέγα Σάββατο, μέγας και τρανός (έκφρ.), Mέγας είσαι, Kύριε (και θαυμαστά τα έργα Σου), Mέγας Εσπερινός, Mέγας Aρχιερέας

Μέγιστος, -η, -ο
στο μέγιστο (έκφρ.), τα μέγιστα (έκφρ.)
Μεθόριος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0025 ‰>]

ελληνοαλβανική μεθόριος

Μείζων, -ων, -ον
μείζονες τέχνες, μείζον θέμα, κατά μείζονα λόγο (έκφρ.), μείζων όρος/πρόταση ενός συλλογισμού, μείζων τόνος/τρόπος/συγχορδία/κλίμακα, μείζον διάστημα
Μείξη [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

σαρκική μείξη