Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Μόνας
κατά μόνας
Μονήρης, -ης, -ες [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0005 ‰]

μονήρες άνθος (βοτ.), μονήρες ζώο (ζωολ.)

Μονογενής, -ής, -ές [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

ο μονογενής υιός του Θεού

Μόσχος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0036 ‰]

ο μόσχος ο σιτευτός

Μυσαρός, -ή, -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

μυσαρή προδοσία/πράξη

Μύστης [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0008 ‰]

μύστες της αρχαιότητας

Μωρός, -ή, -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0252 ‰]

μωρά παρθένος (φρ.)

Νεάνιδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0011 ‰]

πρωτάθλημα εφήβων και νεανίδων, κατηγορία των νεανίδων

Νενομισμένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.001 ‰]

δίνω τον νενομισμένο όρκο (έκφρ.)

Νεόδμητος, -η, -ο
νεόδμητη οικοδομή, νεόδμητο διαμέρισμα
Νεφελοειδής, -ής, -ές
νεφελοειδείς (αστέρες) (αστρον.)
Νέφος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0083 ‰]

φωτοχημικό νέφος, νέφος ηλεκτρονίων/ηλεκτρονικό νέφος

Νεφρός
δεξιός/αριστερός νεφρός, τεχνητός νεφρός, μεταμόσχευση/αφαίρεση/πτώση νεφρού
Νησίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0088 ‰]

διαχωριστική/γλωσσική νησίδα

Νήσσα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰]

ποιώ την νήσσαν (φρ.),

Νίκη [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.23 ‰ ]

καδμεία νίκη

Νίπτω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0013 ‰]

νίπτω τας χείρας μου (φρ.)

Νοήμων, -ων, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0015 ‰]

το νοήμον κοινό (έκφρ.)

Νομιμόφρων, -ων, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.001 ‰]

οι νομιμόφρονες

Νοσώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0023 ‰]

κάτι νοσεί