Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Νους [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0436 ‰]

ο ανθρώπινος/επιστημονικός/φιλοσοφικός νους, ο κοινός νους (φρ.), κοντά στο νου κι η γνώση (φρ.), ό,τι βάλει ο νους σου, ο νους του στο κεχρί, έχω κατά νουν, ιθύνων νους, νους υγιής εν σώματι υγιεί

Νοώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0137 ‰]

ο νοών νοείτω

Νοών

ο νοών νοείτω

Νυγμός
οι νυγμοί του πάθους
Νύμφη [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

Nύμφη ανύμφευτος (εκκλ. φρ.), Nύμφη του Xριστού (εκκλ. φρ.)

Νυμφικός, -ή, -ό
νυμφική παστάδα
Νυμφίος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

νυμφίος της Εκκλησίας, η ακολουθία του Nυμφίου, περιμένει το νυμφίο (ειρωνική έκφραση)

Νυμφώνας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0001 ‰]

μένω εκτός του νυμφώνος (φρ.)

Νυν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0228 ‰]

νυν και αεί, φτάνω στο νυν και αεί (έκφρ.)

Ξηρός, -ά, -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0157 ‰]

ξηρό κλίμα, ξηροί καρποί, ξηρός οίνος/πάγος, ξηρά στήλη/τροφή, ξηρή μπαταρία, ξηρό στοιχείο

Ξυρός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

επί ξυρού ακμής (φρ.)

Οβελίας
ο πασχαλινός οβελίας
Οβολός
δώστε τον οβολό σας
Οδός

καθ’ οδόν (έκφρ.), εν μέση οδώ, επαρχιακή/εθνική/Εγνατία οδός, Οδός Σταδίου, εμπορική/ναυτιλιακή/αναπνευστική/διπλωματική οδός, ευθεία/μέση/σκολιά οδός (έκφρ.), η οδός της απωλείας, διά της πλαγίας/της τεθλασμένης οδού (φρ.), ανά τας ρύμας (/οδούς) και τας αγυιάς

Οδούς
οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος (έκφρ.)
Οδυρμός
κλαυθμός και οδυρμός
Οδύρομαι
κλαίω και οδύρομαι (φρ.)
Οθόνη
μεγάλη/μικρή οθόνη
Οίδα
τις οίδε ή Kύριος οίδε (έκφρ.), εν οίδα ότι ουδέν οίδα (έκφρ.)
Οικείος, -α, -ο
εξ οικείων τα βέλη (φρ.), οικεία γλώσσα/λέξη/έκφραση, οικείο λεξιλόγιο/ύφος