Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Ανήκεστος-η-ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0003 ‰]

ανήκεστα κακά(δεινά), ανήκεστος βλάβη

Άνθρακας

άνθρακας ο θησαυρός

Αντί [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1613 ‰]

αντ' αυτού, αντί πάσης θυσίας, άλλ' αντ' άλλων

Αντίπαλος-η-ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1214 ‰]

αντίπαλον δέος

Αντιφάσκω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0012 ‰]

φάσκω και αντιφάσκω

Άνω

άνωθεν εντολή, άνω ποταμών, ανωτέρα βία, και εις ανώτερα

Άξιος-α-ο

άξιον εστί, άξιος θανείν, άξιος λόγου, άξιος τριχός

Απάγω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.005 ‰]

άπαγε απ' εμού, άπαγε της βλασφημίας

Άπαξ

απαξάπαντες/απαξάπασαι, άπξ και, άπαξ και δια παντός, άπαξ λεγόμενον, άπαξ έτι

Άπας
στον αιώνα τον άπαντα (έκφρ.), το άπαν, τα άπαντα
Απέρχομαι [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0013 ‰]

απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο (έκφρ.)

Απέχω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0328 ‰]

απέχω παρασάγγας

άπλετος-η-ο

άπλετον φως

Από [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 13.3897 ‰]

από περιωπής, από στήθους, από στόματος λέγω, από τούδε και εις στο εξής, από χειρός, από ψήφου μιας, αφ' ενός (αφενός) μεν.../αφ' ετέρου (αφετέρου) δε...,αφ' υψηλού, άπαγε απ' εμού, από μηχανής θεός

Αποδημώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

απεδήμησεν εις Κύριον (/εις τόπον χλοερόν)

Αποδιοπομπαίος, -α, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

αποδιοπομπαίος τράγος

Αποκτώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1781 ‰]

ταγαθά κόποις κτώνται

Αποκύημα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

αποκύημα της φαντασίας (φρ.)

Απολωλός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

απολωλός πρόβατο

Απορία [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0281 ‰]

απορία περί του πρακτέου (φρ.), απορία ψάλτου βηξ, απορίας άξιο(ν), απορώ και εξίσταμαι