Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Παραχρήμα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0003 ‰]

αυθωρεί και παραχρήμα (έκφρ.)

Παρέρχομαι [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0092 ‰]

έρχεται και παρέρχεται (έκφρ.)

Παρηκμασμένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0004 ‰]

η παρηκμασμένη Οθωμανική Aυτοκρατορία

Παρθενία [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0002 ‰]

διατηρώ/χάνω την παρθενία μου

Παρθένος [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0075 ‰]

μωρά παρθένος (φρ.), Παρθένος (ως προσωνυμία), Παρθένος (στο ζώδιο)

Πάριος, -α, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0009 ‰]

Πάριο χρονικό

Πάροδος [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0112 ‰]

(ειρήσθω) εν παρόδω (έκφρ.)

Παρών, -ούσα, -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.2713 ‰]

πανταχού παρών, δίνω (το) παρών, δεν είναι της παρούσης, Δευτέρα Παρουσία

Πας, πάσα, παν [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.525 ‰]

πας μη Έλλην βάρβαρος, επί παντός επιστητού, πάση θυσία, κατά πάσα πιθανότητα, εν πάση περιπτώσει, παρά πάσαν προσδοκίαν, διά παν ενδεχόμενον, υπεράνω/ανώτερος πάσης υποψίας, άπαξ διά παντός, τοις πάσι, χάνω πάσα ιδέα, ανά πάσα(ν) στιγμή(ν), υπέρ παν άλλο, παν μέτρο άριστον, πάντα ρει, παντός καιρού, απαξάπαντες/απαξάπασαι, από πάσης απόψεως(/πλευράς), η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, καιρός παντί πράγματι, κινώ παν χρήμα

Πάσχων, -ουσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0056 ‰]

το πάσχον μέλος/όργανο, ο Xριστός Πάσχων

Πατήρ [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0023 ‰]

πατήρ Iωάννης, Πατήρ, Yιός και Άγιο Πνεύμα, δόξα πατρί, πάτερ Νικόλαε, Πατέρες της Εκκλησίας, όνομα πατρός, αγνώστου πατρός

Πάτριος, -α, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0012 ‰]

πάτρια εδάφη

Πατρίς [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.063 ‰]

όπου γης και πατρίς, πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, αμύνεσθαι περί πάτρης

Πατρώος, -α, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0003 ‰]

πατρώα γη, πατρώα εδάφη

Πεδίο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.1091 ‰]

οπτικό/ακουστικό/βαρυτικό/ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, βάθος πεδίου, πεδίο μάχης/ασκήσεων/βολής (στρατ.), το πεδίο της τιμής (έκφρ.), ηλύσια πεδία (έκφρ.)

Πελάζω [ΣΧ/ΕΘΕΓ:18.5207 ‰]

όμοιος ομοίω αεί πελάζει

Πέλεκυς [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0011 ‰]

διπλός πέλεκυς, πέλεκυς της δικαιοσύνης, προϊστορικοί/λίθινοι πελέκεις

Πένης [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0006 ‰]

φτωχός και πένης (έκφρ.), ανέστιος και πένης

Πενία [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0027 ‰]

η πενία τέχνας κατεργάζεται (γνωμ.), ευεργέτημα πενίας (νομ.), πνευματική/ ηθική/γλωσσική/πολιτιστική πενία

Πέπλος [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0028 ‰]

γυναικείος πέπλος, ο πέπλος της Αθηνάς, νυφικός πέπλος, ο μερικός/ καθολικός πέπλος των μυκήτων, ένας πέπλος ομίχλης, ένας πέπλος μυστηρίου/σιωπής