Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Πέρας [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0163 ‰]

φέρω κτ. εις πέρας (έκφρ.), στα πέρατα του κόσμου/της γης/της οικουμένης

Περί [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.2722 ‰]

περί ανέμων και υδάτων, περί πολλού, περί τίνος πρόκειται; ο περί ου ο λόγος, περί όνου σκιάς (φρ.), αγωνίζομαι περί του σώματος 

Περιβολή [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0007 ‰]

(με) αδαμιαία περιβολή (έκφρ.)

Περιγεγραμμένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0002 ‰]

τρίγωνο περιγεγραμμένο σε κύκλο

Περικνημίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

χάλκινες περικνημίδες

Πέριξ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0037 ‰]

πέριξ

Περιοδεύων, -ουσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

περιοδεύων θίασος, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι/πωλητές, το περιοδεύον (ως ουσ., στρατ.)

Περισκελίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0 ‰]

χιτώνια και περισκελίδες παραλλαγής (στρατ.)

Περιστερά [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0007 ‰]

αθώα/λευκή περιστερά

Πεσόντες οι [ΣΧ/ΕΘΕΓ:5.481 ‰]

το μνημείο των πεσόντων

Πετρελαιοπαραγωγός, -ός/-ή, -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0012 ‰]

πετρελαιοπαραγωγές χώρες, πετρελαιοπαραγωγά κράτη

Πεύκη [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0023 ‰]

μαύρη πεύκη, ξυλεία πεύκης

Πεφωτισμένος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0011 ‰]

πεφωτισμένη μοναρχία/δεσποτεία

Πίθος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

ο πίθος των Δαναΐδων (έκφρ.)

Πινάκιο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0019 ‰]

αντί πινακίου φακής (έκφρ.)

Πίπτω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1449 ‰]

όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος (φρ.)

Πλάνης [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.002 ‰]

ζει/διάγει πλάνητα βίον, πλάνητες αστέρες, πλάνητες πυρετοί

Πλειοψηφών, -ούσα, -ούν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

ο πλειοψηφών συνδυασμός/σύμβουλος, η πλειοψηφούσα παράταξη/άποψη

Πλείστος, -η, -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0107 ‰]

πλείστοι όσοι (έκφρ.), ως επί το πλείστον ή (κατά) το πλείστον

Πλην [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0585 ‰]

τα συν και τα πλην, εμμέσως πλήν σαφώς