Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

lelogene

Αγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

Περισσότερα

Αναζήτηση λήμματος
Λήμμα Ερμήνευμα
Αποφασίζω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.3481 ‰]

αποφασίζομεν και διατάσσομεν

Αποχρών, -ώσα, -ών [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

άνευ αποχρώντος λόγου, αποχρώσες ενδείξεις (νομ.)

Άποψις

από απόψεως

Άπτω

μη μου άπτου

Απώλεσα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

μωραίνει Kύριος ον βούλεται απολέσαι (απαρχ. έκφρ.)

Απών, -ούσα, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0159 ‰]

απόντος του.../απούσης της...,

Αριστερός, -ά/-ή, -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1744 ‰]

αριστερά (ως ουσιαστ.)

Άριστος-η-ο

μέτρον άριστον, παν μέτρο άριστον

Άρκτος
μεγάλη/μικρή άρκτος (αστρ.)
Άρον

άρον άρον, άρον τον κράβατον σου και περιπάτει

Άρρην, -ην, -εν
άρρενα άνθη, γυμνάσιο/λύκειο αρρένων (ως ουσ.)
Άρρητος, -η, -ον

άρρητα αθέμιτα

Άρτος
πρατήριο άρτου, ο επιούσιος άρτος (εκκλ.), άρτος και θεάματα (φρ.)
Αρχαίος, -α, -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.127 ‰]

από αρχαιοτάτων χρόνων

Άρχομαι

άρξατε πυρ

Αρωγή [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.009 ‰]

ταμείο αρωγής

Ασθενής, -ής, -ές [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0936 ‰]

κατά φαντασίαν ασθενής (έκφρ.)

Ασκός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0048 ‰]

ασκός του Αιόλου (έκφρ.)

Άσμα

κύκνειο(ν) άσμα, άσμα ασμάτων

Ασπασμός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0008 ‰]

δεύτε τελευταίων ασπασμών