• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

διασκορπιστήρας, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
διασκορπιστήρας, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. Διασκορπίζω+ήρας]
περιστρεφόμενος σωλήνας σε οριζόντια διατομή για τον διασκπρπισμό των φύλλων

Εμφανίσεις - 73

Publish modules to the "offcanvs" position.