• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

Το γλωσσάρι του καπνού

tobacco dryingΗ επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.

Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.

There are 16 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
καλάθα η

Ουσ.

μεγάλο καλάθι στο οποίο τοποθετούσαν τα φύλλα καπνού κατά τη διαδικασία της συγκομιδής από το χωράφι (αλλ. Κασόνι χεράμι)

Ετυμολογία: < καλάθ(ι) + -α (μεγεθ.)

Εμφανίσεις - 104
Synonyms - κασόνι, χεράμι
Καμπά-Κουλάκ

Ουσ.

[τουρκ. kaba '΄χοντροκομμένος'+kulak 'αφτι']

ποικιλία καπνών με μεγάλα πτερύγια στη βάση των φύλλων

Εμφανίσεις - 133
καπάκ-αλτί

Ουσ.

[τουρκ. Kapak 'καπάκι'+alti 'από κάτω]

η πρώτη κάτω και η τελευταία πάνω σειρά πασταλιών του καπνοδέματος που εφάπτονταν με το τσούλι

Εμφανίσεις - 105
καπνοσπορείο, το

Ουσ.

[καπνός+λόγ. σπορ(εύς ) -είον

κομμάτι γης για την σπορά του καπνόσπορου

Εμφανίσεις - 112
Synonyms - φυτονάρ
καπνοφυτάριο το

Ουσ.

νεαρό φυτό καπνού

Ετυμολογία: <καπν+-ο+φυτ+αριο>

Εμφανίσεις - 100
κασέτα η

Ουσ.

[ιταλ. cassetta]

θήκη στην οποία τοποθετείται ο καπνός πριν μπει στο ξηραντήρι

Εμφανίσεις - 105
κασνάκ το

Ουσ.
[τουρκ. kasnak 'κρίκος, στεφάνι']

κυκλική ξύλινη κατασκευ η οποία περιβάλλει τις στρώσεις πασταλιών κατά την κατασκευή του γύρου

Εμφανίσεις - 102
καταρράκτης, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. καταρράκτης]
ξύλινη κατασκευή στο εσωτερικό της οποίας μπήκαν διαχωριστικά με κλίση προκειμένου να διασφαλιστει ο διασκορησμός των φύλλων των πασταλιών

Εμφανίσεις - 110
κιουντές

Ουσ.

βλ. σαντάλι

Εμφανίσεις - 120
κορυφολόγημα

Ουσ.
[αρχ. & λόγ. < αρχ. κορυφή·-ο-λόγημα]

βλ. κορφόκομμα

Εμφανίσεις - 111
κορφόκομμα το

Ουσ.

η αφαίρεση της κορυφής στο καπνόφυτο κατά την πλήρη ανάπτυξή του προκειμένου να διευκολυνθεί και να γίνει πιο προσοδοφόρα η συγκομιδή (αλλ. κορυφολόγημα)

Ετυμολογία: < κορ(υ)φ(η) + -ο- + κό(ψι)μ(ο) + -α

Εμφανίσεις - 124
κουβαλαμάς ο

Ουσ.

τα φύλλα καπνού που αναπτύσσονται ανάμεσα στο ουτς-αλτί και ούτσι

Εμφανίσεις - 105
κούι το

Ουσ.

λάκος στο υπόγειο του σπιτιού όπου τοποθετούνταν οι κιουντέδες να μαλακώσουν

Εμφανίσεις - 103
κουλτούκι, το

Ουσ.
[τουρκ. koltuk-ι]
οι γωνία στο εμπορικό δέμα κλασικής επεξεργασίας καπνού

Εμφανίσεις - 109
κρεβάτι το

Ουσ.
[μσν. κρεβάτι(ον) < ελνστ. κραβ(β)άτιον υποκορ. του κράβ(β)ατος δάνειο από άλλη γλ., που ίσως είχε και τ. κρεβ-]

(βλ. λιάστρα)

Εμφανίσεις - 102
Synonyms - λιάστρα

Publish modules to the "offcanvs" position.