• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

Το γλωσσάρι του καπνού

tobacco dryingΗ επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.

Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.

There are 102 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
αϊνάς, ο

Ουσ.
[τουρκ ayna 'καθρέφτης'-ς
δέμα σε στήλη

Εμφανίσεις - 108
αρμαθιά η

καπνός περασμένος σε σχοινί

Ετυμολογία: < μσν. ἁρμάθι το < ὁρμάθιον (υποκορ. του αρχ. ὁρμαθός)

Εμφανίσεις - 107
αρμαθιάζω

Ρ.
μσν. αρμαθιάζω < αρμαθ(ιά) -ιάζω (πρβ. ελνστ. ή μσν. ὁρμαθίζω)]

περνώ φύλλα καπνού σε σχοινί

Εμφανίσεις - 124
Synonyms - βελονιάζω
αρμάθιασμα το

βλ. μπούρλιασμα

Ετυμολογία: < αρμαθιασ- (θ. αορ. του ρ. αρμαθιάζω) + -μα

Εμφανίσεις - 241
αρμάθιασμα, το

Ουσ.
< αρμαθιασ- (θ. αορ. του ρ. αρμαθιάζω) + -μα
βλ. μπούρλιασμα

Εμφανίσεις - 104
αφίδα η

Ουσ.
[αρχ. αφίς-ίδα]
γενική ονομασία παρασιτικών εντόμων του καπνού

Εμφανίσεις - 99
αχταρμάς, ο

Ουσ.
[τουρκ. aktarma `δημιουργία αναστάτωσης΄ -ς με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]
διαδικασία συντήρησης του καπνού

Εμφανίσεις - 112
βελόνα η

Ουσ.

μεγάλο σίδερο σε μορφή βελόνας με τη βοήθεια του οποίου περνούσαν τα φύλλα του καπνού σε σαρίκια/αρμάθες

Ετυμολογία: < αρχ. βελόνη

Εμφανίσεις - 112
βελονιάζω

Ρ.
[βελόν(α) -ιάζω]
βλ. αρμαθιάζω

Εμφανίσεις - 108
Synonyms - αρμαθιάζω
βελόνιασμα το

Ουσ.
< βελονιασ- (θ. αορ. του ρ. βελονιάζω) + -μα
(αλλ. μπούρλιασμα)

Εμφανίσεις - 105
βιζιτιέρα, η

Ουσ.
[ιταλ. visita-ιέρα]
ξύλινη κατασκευή με κοίλη επιφάνεια όπου όπου οι στοιβαδόροι άπλωναν τα δέματα κατά την επίδειξη των καπνών στον βαθμολογητή

Εμφανίσεις - 105
γιαλντίζ το

Ουσ.
[τουρκ. yaldız, “λαμπερό”), από το Πρωτοτουρκικό *yal- (λάμπω') Σύγκρινε yıldız (“αστέρι”)].

φύλλο καπνού υψηλής ποιότητας που στρωνόταν πάνω στο τελειωμένο παστάλι

Εμφανίσεις - 98
γιαρμάς, ο

Ουσ.
[τουρκ. yarma -ς]
φθηνότερος τρόπος επεξεργασίας του καπνού που θέλησαν να επιβάλουν οι Ευρωπαίοι

Εμφανίσεις - 107
γκίλντιρος ο

Ουσ.

εργαλείο που χρησιμοποιούνταν κατά τη σπορά στους χασλαμάδες

Εμφανίσεις - 120
γκιούζι, το

Ουσ.
το φύλλο που έχει συλλεγεί μετά τις φθινοπωρινές βροχές

Εμφανίσεις - 102

Publish modules to the "offcanvs" position.