• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

Το γλωσσάρι του καπνού

tobacco dryingΗ επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.

Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.

There are 92 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
σπάσιμο, το

Ουσ.

η διαδικασία της συγκομιδής των φύλλων του καπνού.

Ετυμολογία: <σπασ (σπάζω)-ιμο>

Εμφανίσεις - 89
στοιβαδόρος

εργάτης καπνομάγαζου ειδικός στη συσκευασία του καπνού σε στοίβες.

Ετυμολογία: [στοίβ(α) -αδόρος]

Εμφανίσεις - 222
τάβι, το

Ουσ.

κατάλληλη υγρασία που πρέπει να έχει ο γύρος ή το παστάλι ώστε να αποφευχθεί το μούχλιασμα των φύλλων

Εμφανίσεις - 84
τεκερλέκι, το

Ουσ.
[τουρκ. tekerlek 'τροχός'-ι]

ξύλινη κατασκευή διαμέτρου 60 εκ. όπου ο ισιφτσής τοποθετούσε τα παστάλια (αλλ. Γύρος)

Εμφανίσεις - 81
τζάκι / (ο)τζάκι, το

Ουσ.

λωρίδα γης μήκους έως 10 μέτρα και πλάτους έως 80 εκατοστά τα οποία χριζόταν μεταξύ τους με αυλάκια όπου τοποθετούνταν ο καπνόσπορος ισομερώς κατανεμημένος με στάχτη.

Ετυμολογία: < τουρκ. οcak + -ι άλλοτε με αποβολή του αρχικού άτονου φων.

 

Εμφανίσεις - 87
τιζεύω

Ρ.
[ίσως τουρκ. dizmek 'παρατάσσω']

περνώ καπνύφυλλα στην βελόνα από το κοτσάνι τους και εν συνεχεία σε σπάγκο

Εμφανίσεις - 87
τιτινόξυλο, το

Ουσ.

Τα καπνόφυτα μετά την αφαίρεση των φύλλων από τον κορμό τους τα οποία χρησιμοποιούνταν ως καύσιμο το χειμώνα για προσάναμμα ή στα καζάνια για το ζέσταμα του νερού.

Εμφανίσεις - 83
τοπλαμάς, ο

Ουσ.

το στρώμα φύλλων καπνού κάτω από το ούτσι

Εμφανίσεις - 86
Synonyms - ούτς
τουμπεκί, το

Ουσ.

ποικιλία καπνού για χρήση στον ναργιλέ

Ετυμολογία: <τουρκ. Tömbeki<ιταλ. tabacco>

Εμφανίσεις - 91
τσικιντί

μεγάλο κομμάτι φύλλου καπνού

Εμφανίσεις - 213
τσιτσέκι, το

Ουσ.

η φούντα του καπνόφυτου το άνθος

Ετυμολογία: <τουρκ. çiçek 'άνθος'ιι>

Εμφανίσεις - 131
τσούλι, το

Ουσ.

χοντρό ύφασμα από λινάρι το οποίο τοποθετείται στον πάτο της κάσας

Ετυμολογία: <τουρκ. çul -ι>

Εμφανίσεις - 87
φυντάνι, το

Ουσ.

Ετυμολογία: < τουρκ. fidan + -ι

Εμφανίσεις - 93
φυτονάρ το

Ουσ.

καπνοσπορείο

Εμφανίσεις - 83
χαρμάνι, το

Ουσ.

[τουρκ. harman -ι]

μείγμα ποικιλιών καπνού

Εμφανίσεις - 82

Publish modules to the "offcanvs" position.