• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

Το γλωσσάρι του καπνού

tobacco dryingΗ επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.

Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.

There are 92 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
παπόσκα, η

Ουσ.

το άνθος στην κορυφή του καπνόφυτου κατά την περίοδο της πλήρους ανάπτυξής του

Εμφανίσεις - 139
πασταλιάζω

Ρ.
[ίσως τουρκ. pastal 'αρμαθιά'-(ι)άζω]

διαλέγω φύλλα καπνού ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητά τους και τα μετατρέπω σε δέματα

Εμφανίσεις - 173
παστάλιασμα, το

Ουσ.

η διαδικασία της διαλογής των φύλλων του καπνού ανάλογά με το μέγεθος και την ποιότητά τους και η μετατροπή τους σε δέματα

Ετυμολογία: < πασταλιασ- (θ. αορ. του ρ. πασταλιάζω) + -μα < τουρκ. pastal 'αρμαθιά' + -ιάζω

Εμφανίσεις - 254
πατητής, ο

Ουσ.
[ελνστ. πατητής]
ο εξειδικευμένος καπνεργάτης που πίεζε με ειδικό κοντραπλακέ το εσωτερικό της κάσας τις φέτες με τα καπνά

Εμφανίσεις - 122
πατόφυλλο, το

Ουσ.

(αλλ. ούτσια)

Ετυμολογία: < πάτ(ος) + -ο- + φύλλο

Εμφανίσεις - 118
πελ το

Ουσ.

το δεύτερο χέρι συλλογής φύλλων η δευτερομάνα συνήθως μεγάλου μεγέθους κίτρινου χρώματος

Εμφανίσεις - 123
Synonyms - τριτομάνα
πελ-αλτι, το

Ουσ.
δεύτερο χέρι διαλογής

Εμφανίσεις - 127
Synonyms - δευτερομάνα
ρεφούζι το

Ουσ.

ποιότηα καπνού που συμπεριλαμβάνει τα καπνόφυλλα ευρωπαϊκού γράδου

Εμφανίσεις - 122
σαλόνι, το

Ουσ.
[I1α, I2: ιταλ. salon(e) -ι
χώρος επεξεργασίας του καπνού, εντός της καπναποθήκης

Εμφανίσεις - 166
σανίδι

Ουσ.
[μσν. σανίδι < αρχ. σανίδιον (υποκορ. του σανίς)]

καπνοσπορείο

Εμφανίσεις - 128
σαντάλι/καγκάλι, το

Ουσ.

αρμάθες δεμένες μαζί (συνήθως ανα 6) οι οποίες κρεμόνταν στις αποθήκες από το ταβάνι για να αερίζονται τα καπνά (αλλ. κιουντές)

Εμφανίσεις - 129
Synonyms - κιουντές
σανταλιάζω

Ρ.

κρεμώ αρμαθιές ανά έξι από το ταβάνι

<σαντάλι-άζω>

Εμφανίσεις - 123
σαντάλιασμα, το

Ουσ.

η διαδικασία δεσίματος ανά έξι και κρεμάσματος των αρμαθιών από τα ταβάνι

<σαντάλιασ (σανταλιάζω)-μα>

Εμφανίσεις - 110
σαράπα, η

Ουσ.

η κακή ποιότητα καπνού κατά τη διαδικασία του πασταλιάσματος

Εμφανίσεις - 136
σαρίκι, το

Ουσ.

(βλ. αρμαθιά)

Ετυμολογία: < τουρκ. sarik + -ι

Εμφανίσεις - 132

Publish modules to the "offcanvs" position.