σαντάλιασμα, το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| σαντάλιασμα, το | Ουσ. η διαδικασία δεσίματος ανά έξι και κρεμάσματος των αρμαθιών από τα ταβάνι <σαντάλιασ (σανταλιάζω)-μα>
Εμφανίσεις - 71
|
| Term | Definition |
|---|---|
| σαντάλιασμα, το | Ουσ. η διαδικασία δεσίματος ανά έξι και κρεμάσματος των αρμαθιών από τα ταβάνι <σαντάλιασ (σανταλιάζω)-μα>
Εμφανίσεις - 71
|