τζάκι / (ο)τζάκι, το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| τζάκι / (ο)τζάκι, το | Ουσ. λωρίδα γης μήκους έως 10 μέτρα και πλάτους έως 80 εκατοστά τα οποία χριζόταν μεταξύ τους με αυλάκια όπου τοποθετούνταν ο καπνόσπορος ισομερώς κατανεμημένος με στάχτη. Ετυμολογία: < τουρκ. οcak + -ι άλλοτε με αποβολή του αρχικού άτονου φων.
Εμφανίσεις - 58
|
