• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

καταρράκτης, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
καταρράκτης, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. καταρράκτης]
ξύλινη κατασκευή στο εσωτερικό της οποίας μπήκαν διαχωριστικά με κλίση προκειμένου να διασφαλιστει ο διασκορησμός των φύλλων των πασταλιών

Εμφανίσεις - 75

Publish modules to the "offcanvs" position.