• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

ντίπι, το

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
ντίπι, το

Ουσ.

φύλλα χαμηλά στο καπνόφυτο με κίτρινο χρώμα και χαμηλή εμπορική αξία (αλλ. Πατόφυλλο πρωτομάνα)

Ετυμολογία: < τουρκ. dip 'βάση πυθμένας' + -ια

Εμφανίσεις - 74
Synonyms: πατόφυλλο, πρωτομάνα

Publish modules to the "offcanvs" position.