Ουσ.
ξύλινη (και μετέπειτα σιδερένια) κατασκευή στην οποία τοποθετούνταν τα σαρίκια/αρμάθες του καπνού για να ξεραθούν από το φως του ήλιου (αλλ. κρεβάτι αντίσκηνο)
Ετυμολογία: < λιασ (θ. αορ. του ρ. λιάζω) + -τρα
Publish modules to the "offcanvs" position.