Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| μαξούλι, το |
Εμφανίσεις - 110
|
| μαύρο, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 84
|
| Μαχαλά | Ουσ.
Εμφανίσεις - 88
|
| Μπασή – Μπαγλή | Ουσ. ποικιλία καπνών με ψηλά φυτά και φύλλα με μίσχους μετρίου μεγέθους
Εμφανίσεις - 80
|
| μπασκί | Ουσ.
Εμφανίσεις - 80
|
| μπασμάς ο | Ουσ. η πιο διαδεδομένη ποικιλία καπνού που καλλιεργούνταν στην Ελλάδα Ετυμολογία: < τουρκ. basma 'τύπωμα στάμπα' + -ς
Εμφανίσεις - 92
|
| Μπέρλι | Ουσ. Αμερικάνικος τύπος καπνού που τελευταία καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα
Εμφανίσεις - 76
|
| μπιντιρμέ | τοποθέτηση πάνω στη γυροσανίδα δύο αντικρυστών πασταλιών με κοτσάνια προς τα έξω ώστε οι άκρες των καπνόφυλλων να επανωτίζουν μέχρι τη μέση του προηγούμενου
Εμφανίσεις - 203
|
| μπουρλιάζω |
Εμφανίσεις - 75 Synonyms -
βελονιάζω, αρμαθιάζω |
| μπούρλιασμα το | Ουσ. το πέρασμα των φύλλων του καπνού σε σχοινί με τη βοήθεια μεγάλης βελόνας (αλλ. βελόνιασμα πέρασμα αρμάθιασμα)
Εμφανίσεις - 75
|
