• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Έσχατος -η -ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Έσχατος -η -ο

έσχατο άκρο/όριο έσχατη επίκληση έσχατο γήρας η έσχατη ημέρα/ώρα/στιγμή κάποιου (έκφρ.) μέχρις εσχάτων αγώνας μέχρις εσχάτων σε έσχατη ανάγκη διατρέχει κάποιος τον έσχατο κίνδυνο (έκφρ.) η εσχάτη των ποινών εσχάτη προδοσία (ως ουσ.) τα έσχατα έσονται οι έσχατοι πρώτοι (απαρχ. έκφρ.) επ' εσχάτων (επ' εσχάτοις)

Εμφανίσεις - 150

Publish modules to the "offcanvs" position.