• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Έχων -ουσα -ον

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Έχων -ουσα -ον

οι έχοντες μετοχές της τάδε εταιρείας οι έχοντες και κατέχοντες (απαρχ. έκφρ.) ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος οι έχοντες οι ουκ έχοντες

Εμφανίσεις - 131

Publish modules to the "offcanvs" position.