• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Ουδείς ουδεμία ουδέν

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Ουδείς ουδεμία ουδέν

επ’ ουδενί λόγω (έκφρ.) ουδείς αναμάρτητος ουδείς αναντικατάστατος ουδέν νεώτερον εν ουδεμία περιπτώσει περί ορέξεως ουδείς λόγος ουδέν σχόλιον ουδείς ψόγος ουδέν μονιμότερον του προσωρινού εν οίδα ότι ουδέν οίδα ουδείς προφήτης στον τόπο του ουδείς ψόγος άμοχθος ουδείς

Εμφανίσεις - 276

Publish modules to the "offcanvs" position.