• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Πας πάσα παν [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.525 ‰]

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Πας πάσα παν [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.525 ‰]

πας μη Έλλην βάρβαρος επί παντός επιστητού πάση θυσία κατά πάσα πιθανότητα εν πάση περιπτώσει παρά πάσαν προσδοκίαν διά παν ενδεχόμενον υπεράνω/ανώτερος πάσης υποψίας άπαξ διά παντός τοις πάσι χάνω πάσα ιδέα ανά πάσα(ν) στιγμή(ν) υπέρ παν άλλο παν μέτρο άριστον πάντα ρει παντός καιρού απαξάπαντες/απαξάπασαι από πάσης απόψεως(/πλευράς) η αρχή είναι το ήμισυ του παντός καιρός παντί πράγματι κινώ παν χρήμα

Εμφανίσεις - 158

Publish modules to the "offcanvs" position.