• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

 

lelogeneΑγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

There are 779 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Καταμήνιος -α ο

καταμήνιος κύκλος

Εμφανίσεις - 189
Κατάπαυση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0039 ‰]

κατάπαυση του πυρός (στρατ.)

Εμφανίσεις - 193
Καταπίπτω
καταπίπτει η εγγύηση/το ποσό (οικον.)
Εμφανίσεις - 212
Κατατεθείς -είσα -έν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0029 ‰]

σήμα κατατεθέν (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 182
Κατάφρακτος -η -ο
κατάφρακτοι ιππότες
Εμφανίσεις - 182
Κατέχων -ουσα -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0047 ‰]

μακάριοι οι κατέχοντες (εκκλ. έκφρ.)

Εμφανίσεις - 203
Κατιών -ούσα -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

κατιούσα τάξη κατιούσα κλίμακα/διαδοχή φθόγγων κατιόντες χαρακτήρες (μουσ.) κατιούσα πρόοδος (μαθημ.) το κατιόν (φυσ. ως ουσ.) παίρνω την κατιούσα (φρ.) κατιόντες συγγενείς (νομ.)

Εμφανίσεις - 189
Κατόπιν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0586 ‰]

κατόπιν αιτήσεως κατόπιν εορτής κατόπιν ιατρικής συνταγής κατόπιν σιωπηράς συμφωνίας κατόπιν ωρίμου σκέψεως

Εμφανίσεις - 179
Κατοπτρισμός [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

ατμοσφαιρικός κατοπτρισμός

Εμφανίσεις - 182
Κάτοπτρο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0019 ‰]

κοίλο/κυρτό/επίπεδο/σφαιρικό κάτοπτρο (φυσ.)

Εμφανίσεις - 194
Καύση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0177 ‰]

βραδεία καύση ταχεία/οργανική/τελεία καύση

Εμφανίσεις - 194
Κείμαι [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.2237 ‰]

ενθάδε κείται (θίγω) τα κακώς κείμενα (φρ.) οι κείμενοι νόμοι (νομ.) οι κείμενες διατάξεις

Εμφανίσεις - 199
Κεκτημένος -η -ον

από κεκτημένη ταχύτητα

Εμφανίσεις - 195
Κέραμος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0003 ‰]

λίθοι πλίνθοι κέραμοι (φρ.)

Εμφανίσεις - 187
Κέρας [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0021 ‰]

το κέρας της Aμαλθείας (φρ.) κυνηγετικό κέρας (παρωχ.)

Εμφανίσεις - 191

Publish modules to the "offcanvs" position.