• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Ολίσθηση

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Ολίσθηση
ολίσθηση πετρωμάτων (γεωλ.) ολίσθηση κρυστάλλου (φυσ.) ολίσθηση συχνότητας (ηλεκτρον.) ολίσθηση γεννήτριας/κινητήρα (ηλεκτρολ.)
Εμφανίσεις - 158

Publish modules to the "offcanvs" position.