• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

 

lelogeneΑγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

There are 779 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Επίρρωση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0013 ‰]

εις επίρρωση των λεγομένων του/των ισχυρισμών

Εμφανίσεις - 160
Επίσημα το [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0698 ‰]

κινητό επίσημα επίσημα βιβλίου επίσημα σε κόσμημα επίσημα λέβητα

Εμφανίσεις - 152
Επίσημος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.184 ‰]

επίσημο ανακοινωθέν θέσεις για επισήμους η εξέδρα των επισήμων (ως ουσ.)

Εμφανίσεις - 138
Επιστήθιος -α -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0008 ‰]

επιστήθιος σταυρός επιστήθιος φίλος

Εμφανίσεις - 147
Επιστολικός -ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

επιστολικό ύφος/μυθιστόρημα επιστολικός χάρτης

Εμφανίσεις - 154
Επιστροφή [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1066 ‰]

καταστράφηκε ανεπιστρεπτί

Εμφανίσεις - 160
Επίσχεση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0009 ‰]

επίσχεση αιμορραγίας/ούρων (ιατρ.) επίσχεση πληρωμής/εγγράφου/ εργασίας δικαίωμα επίσχεσης (νομ.)

Εμφανίσεις - 171
Επισωρεύω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

σκουπίδια που επισωρεύονται

Εμφανίσεις - 155
Επίσωτρο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

ελαστικό επίσωτρο

Εμφανίσεις - 158
Επιταγή [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0286 ‰]

κατ’ επιταγήν κάποιου (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 163
Επιτετραμμένος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0014 ‰]

προσωρινός επιτετραμμένος

Εμφανίσεις - 167
Επιτήδευμα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0005 ‰]

άσκηση/φόρος επιτηδεύματος.

Εμφανίσεις - 177
Επιτρεπτικός -ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα]

επιτρεπτικό δίκαιο (νομ.)

Εμφανίσεις - 166
Επιτυχών -ούσα -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0063 ‰]

επιτυχών υποψήφιος οι επιτυχόντες στις εξετάσεις κατάλογος επιτυχόντων

Εμφανίσεις - 159
Επιχείλιος -α -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα]

επιχείλιος έρπης (ιατρ.)

Εμφανίσεις - 148

Publish modules to the "offcanvs" position.