• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

 

lelogeneΑγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

There are 779 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Ερυθρός -ά -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0206]

ερυθρός οίνος ερυθρά αιμοσφαίρια Ερυθρά Θάλασσα Ερυθρός Σταυρός Ερυθρά Hμισέληνος ερυθρός δάκτυλος Ερυθρά Kίνα Ερυθρός Στρατός Ερυθρές Tαξιαρχίες

Εμφανίσεις - 172
Έρως

έρως ανίκατε μάχαν

Εμφανίσεις - 137
Εσαεί [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0025 ‰]

κτήμα εσαεί (φρ.)

Εμφανίσεις - 189
Έσο
έσο έτοιμος
Εμφανίσεις - 236
Εσοδεία η [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

προϊόν νέας/παλαιάς εσοδείας

Εμφανίσεις - 178
Εσπέρα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰]

από πρωίας μέχρις εσπέρας

Εμφανίσεις - 183
Εσπερίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰]

μουσική/φιλολογική εσπερίδα

Εμφανίσεις - 164
Εσπερινός -ή ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0023 ‰]

εσπερινές ώρες εσπερινό σχολείο εσπερινή δέηση/προσευχή ο εσπερινός (ως ουσ.)

Εμφανίσεις - 179
Εστί/έστι (με αναβιβασμό τόνου) [ΣΧ/ΕΘΕΓ: Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα]

δεν ξέρεις τι εστί ναζί έστι Δίκης οφθαλμός (απαρχ.) ων ουκ έστι αριθμός (φρ.) (θα σου δείξω) τι εστί βερίκοκο αισχρόν εστί και λέγειν

Εμφανίσεις - 165
Εστία [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0446 ‰]

υπέρ βωμών και εστιών (έκφρ.) οικογενειακή/συζυγική/πατρική εστία Εστία Εργαζόμενου Kοριτσιού Φοιτητική Εστία Εργατική Εστία μία εστία φωτός/ θερμότητας/μόλυνσης/πολέμου (τεχνολ.) η εστία του τζακιού/του λέβητα κουζίνα τεσσάρων εστιών φακός διπλής εστίας οι δύο εστίες του οφθαλμού (μαθημ.) εστία του σεισμού (γεωλ.)

Εμφανίσεις - 186
Εστίαση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0043 ‰]

χώρος/αίθουσα εστιάσεων

Εμφανίσεις - 177
Εσχάρα η [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

η εσχάρα των ναυπηγείων

Εμφανίσεις - 180
Έσχατος -η -ο

έσχατο άκρο/όριο έσχατη επίκληση έσχατο γήρας η έσχατη ημέρα/ώρα/στιγμή κάποιου (έκφρ.) μέχρις εσχάτων αγώνας μέχρις εσχάτων σε έσχατη ανάγκη διατρέχει κάποιος τον έσχατο κίνδυνο (έκφρ.) η εσχάτη των ποινών εσχάτη προδοσία (ως ουσ.) τα έσχατα έσονται οι έσχατοι πρώτοι (απαρχ. έκφρ.) επ' εσχάτων (επ' εσχάτοις)

Εμφανίσεις - 150
Εταστικός -ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰]

εταστικό βλέμμα/ύφος

Εμφανίσεις - 257
Έτερος -η -ον

το έτερον ήμισυ έτερον εκάτερον (έκφρ.) έτερον ουδέν

Εμφανίσεις - 130

Publish modules to the "offcanvs" position.