Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:
ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)
Αγαπητοί χρήστες,
Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| Ερυθρός -ά -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0206] | ερυθρός οίνος ερυθρά αιμοσφαίρια Ερυθρά Θάλασσα Ερυθρός Σταυρός Ερυθρά Hμισέληνος ερυθρός δάκτυλος Ερυθρά Kίνα Ερυθρός Στρατός Ερυθρές Tαξιαρχίες
Εμφανίσεις - 172
|
| Έρως | έρως ανίκατε μάχαν
Εμφανίσεις - 137
|
| Εσαεί [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0025 ‰] | κτήμα εσαεί (φρ.)
Εμφανίσεις - 189
|
| Έσο |
έσο έτοιμος
Εμφανίσεις - 236
|
| Εσοδεία η [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰] | προϊόν νέας/παλαιάς εσοδείας
Εμφανίσεις - 178
|
| Εσπέρα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰] | από πρωίας μέχρις εσπέρας
Εμφανίσεις - 183
|
| Εσπερίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0006 ‰] | μουσική/φιλολογική εσπερίδα
Εμφανίσεις - 164
|
| Εσπερινός -ή ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0023 ‰] | εσπερινές ώρες εσπερινό σχολείο εσπερινή δέηση/προσευχή ο εσπερινός (ως ουσ.)
Εμφανίσεις - 179
|
| Εστί/έστι (με αναβιβασμό τόνου) [ΣΧ/ΕΘΕΓ: Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα] | δεν ξέρεις τι εστί ναζί έστι Δίκης οφθαλμός (απαρχ.) ων ουκ έστι αριθμός (φρ.) (θα σου δείξω) τι εστί βερίκοκο αισχρόν εστί και λέγειν
Εμφανίσεις - 165
|
| Εστία [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0446 ‰] | υπέρ βωμών και εστιών (έκφρ.) οικογενειακή/συζυγική/πατρική εστία Εστία Εργαζόμενου Kοριτσιού Φοιτητική Εστία Εργατική Εστία μία εστία φωτός/ θερμότητας/μόλυνσης/πολέμου (τεχνολ.) η εστία του τζακιού/του λέβητα κουζίνα τεσσάρων εστιών φακός διπλής εστίας οι δύο εστίες του οφθαλμού (μαθημ.) εστία του σεισμού (γεωλ.)
Εμφανίσεις - 186
|
| Εστίαση [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0043 ‰] | χώρος/αίθουσα εστιάσεων
Εμφανίσεις - 177
|
| Εσχάρα η [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰] | η εσχάρα των ναυπηγείων
Εμφανίσεις - 180
|
| Έσχατος -η -ο | έσχατο άκρο/όριο έσχατη επίκληση έσχατο γήρας η έσχατη ημέρα/ώρα/στιγμή κάποιου (έκφρ.) μέχρις εσχάτων αγώνας μέχρις εσχάτων σε έσχατη ανάγκη διατρέχει κάποιος τον έσχατο κίνδυνο (έκφρ.) η εσχάτη των ποινών εσχάτη προδοσία (ως ουσ.) τα έσχατα έσονται οι έσχατοι πρώτοι (απαρχ. έκφρ.) επ' εσχάτων (επ' εσχάτοις)
Εμφανίσεις - 150
|
| Εταστικός -ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0 ‰] | εταστικό βλέμμα/ύφος
Εμφανίσεις - 257
|
| Έτερος -η -ον | το έτερον ήμισυ έτερον εκάτερον (έκφρ.) έτερον ουδέν
Εμφανίσεις - 130
|
